ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Τα Δίπολα Των Social Media Και Ο Κίνδυνος Για Τη Δημοκρατία Και Την Διεθνή Σταθερότητα
Όταν ο πόλεμος ξεκινά από το πληκτρολόγιο
Του Μιχάλη Κοντού, Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Λίγα λεπτά παρατήρησης των αναρτήσεων που δημοσιεύονται στην πλατφόρμα Χ, σε λογαριασμούς με έντονο «πατριωτικό» λόγο, αρκούν για να καταλάβει κανείς πόσο εύκολα ένας «ψηφιακός καβγάς» μετατρέπεται σε συμβολικό «πόλεμο» μεταξύ «εθνών». Έλληνες και Τούρκοι χρήστες, συχνά ανώνυμοι, ανταλλάσσουν ύβρεις, σεξιστικές προσβολές, απειλές καταστροφής και εικόνες από έναν μελλοντικό πόλεμο, τον οποίο στην πραγματική ζωή (και παρά τις συχνές ρητορικές εξάρσεις) οι κυβερνήσεις των δύο χωρών προτιμούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να αποφύγουν. Στο Χ, ο πόλεμος ήδη λαμβάνει χώρα, με τη μορφή μιας ατελείωτης διελκυστίνδας «εμείς» εναντίον «αυτών». Σε κάποιο βαθμό ενδεχομένως να μοχλεύεται και από κυβερνήσεις. Κατά κύριο λόγο όμως διεξάγεται μεταξύ ιδιωτών χρηστών της εν λόγω πλατφόρμας. Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό αυτός ο «πόλεμος» επηρεάζει, έστω έμμεσα, τις πραγματικές πολιτικές επιλογές, τις εκλογικές αναμετρήσεις, τις διεθνείς σχέσεις, ακόμη και την πιθανότητα πραγματικής ελληνοτουρκικής σύγκρουσης.
Σε αυτό το κείμενο υποστηρίζω ότι η λογική των ιδεολογικών διπόλων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ) δεν είναι απλώς ένα πολιτισμικό φαινόμενο. Αποτελεί σοβαρή απειλή για τη συνοχή των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών, αλλά και για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Τα ΜΚΔ δεν δημιουργούν από μόνα τους το μίσος ή τον διχασμό στα διάφορα πεδία δημόσιας συζήτησης, τροφοδοτούν όμως και επιτείνουν προϋπάρχουσες κοινωνικές, πολιτικές και διεθνο-πολιτικές ρωγμές σε επικίνδυνο βαθμό. Χρησιμοποιώ τα παραδείγματα της ρητορικής του Προέδρου Trump, της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στην πλατφόρμα Χ και της «αντισυστημικής» ψήφου στις κυπριακές εκλογές για να υποστηρίξω την επιχειρηματολογία. Σπεύδω να διευκρινίσω ότι η χρήση του όρου «φυγή προς τα άκρα», τον οποίο χρησιμοποιώ πιο κάτω, δεν αφορά στα άκρα του πολιτικού φάσματος με συμβατικούς όρους (δεξιά, αριστερά, ακροδεξιά, κέντρο κλπ). Αφορά στην ακραία πολιτική σκέψη που εκφράζεται ως ρητορική μίσους μέσα από δίπολα επί παντός θέματος δημόσιας συζήτησης στα ΜΚΔ.
Ιδεολογικά Δίπολα: Η Λογική του «Εμείς και Αυτοί»
Οι κοινωνικές και πολιτικές μας αντιλήψεις οργανώνονται πολύ συχνά μέσα από ζεύγη αντιθέσεων. Το «δικό μας» κόμμα και «οι άλλοι». Οι «παραδοσιακοί» και οι «προοδευτικοί». Οι «πατριώτες» και οι «προδότες». Οι «δημοκράτες» και οι «φασίστες». Στη θεωρία της γλώσσας και του πολιτισμού και ευρύτερα στις κοινωνικές επιστήμες αυτά τα σχήματα χαρακτηρίζονται ως δυαδικές αντιθέσεις (binary oppositions). Τα ΜΚΔ τείνουν να κωδικοποιούν τον δημόσιο διάλογο με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. Ακόμη και περίπλοκα ζητήματα συμπυκνώνονται σε απλοϊκά, συναισθηματικά φορτισμένα δίπολα: συστημικός – αντισυστημικός, εμβολιασμένος – αντιεμβολιαστής, παραδοσιακός – woke, φιλορώσος – φιλοουκρανός, φιλοϊσραηλινός – φιλοπαλαιστίνιος. Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη διαφορετικών απόψεων, κάτι απολύτως υγιές. Το πρόβλημα έγκειται στο πώς, μέσω των ΜΚΔ, οι απόψεις αυτές «πακετάρονται» σε «στρατόπεδα», στα οποία ο χρήστης καλείται ή επιλέγει να ενταχθεί, συχνά με ένα απλό like, share ή hashtag, άλλοτε αναρτώντας εμπρηστικά σχόλια που «χρήζουν απάντησης» από «τον αντίπαλο».
Σε ορισμένα από αυτά τα δίπολα οι δύο πλευρές δεν είναι ηθικά ή επιστημονικά ισοδύναμες. Για παράδειγμα, στο ζήτημα των εμβολίων για τον Covid-19 υπάρχει μια σαφής επιστημονική συναίνεση, την οποία η αντιεμβολιαστική πλευρά αμφισβητεί με επιχειρήματα που συχνά στηρίζονται σε παραπληροφόρηση ή επιλεκτική χρήση πληροφορίας. Παρόλα αυτά, στα ΜΚΔ οι δύο πλευρές παρουσιάζονται σαν ίσες «ομάδες» σε έναν αγώνα επικοινωνιακής ισχύος.
Η διπολική αυτή δομή λειτουργεί σαν φίλτρο μέσα από το οποίο ερμηνεύουμε όλο και περισσότερες πτυχές της ζωής: εσωτερική και εξωτερική πολιτική, πόλεμος και ειρήνη, φύλο και οικογένεια, υγεία, ανθρώπινα δικαιώματα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετεξελίσσονται από απλό μέσο ανάρτησης και επικοινωνίας σε αποφασιστικό παράγοντα κοινωνικής και πολιτικής μεταβολής. Συχνά λέγεται ότι τα ΜΚΔ «διχάζουν τις κοινωνίες» ή «καταστρέφουν τη δημοκρατία». Παρά την συχνά αρνητική επίδραση, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η ανάλυση θα πρέπει να επικεντρώνεται όχι αποκλειστικά στο μέσον αλλά (κυρίως) και στο χρήστη. Τα ψηφιακά δίκτυα δεν γεννούν από το μηδέν τις κοινωνικές διαιρέσεις, πολλαπλασιάζουν όμως την ένταση, την ταχύτητα και το συναισθηματικό φορτίο με το οποίο αυτές εκφράζονται. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, οι αλγόριθμοί τους επιβραβεύουν το ακραίο και συγκρουσιακό περιεχόμενο. Οι πλατφόρμες προωθούν ό,τι «κρατά» τον χρήστη στη συζήτηση και την παρακολούθηση του ανάλογου περιεχομένου, αξιοποιώντας «μεταδοτικά» συναισθήματα και συμπεριφορές όπως οργή, φόβος, χλευασμός. Έτσι, τα πιο ακραία, επιθετικά ή συνωμοσιολογικά μηνύματα έχουν συχνά μεγαλύτερη απήχηση από τα σύνθετα, τεκμηριωμένα και νηφάλια. Κατ’ αναλογία, το πιο «κτυπητό» περιεχόμενο, που εμφανίζεται ως ασύμβατο με τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές (π.χ. τα διάφορα «challenges») προκαλεί συχνά περισσότερο το ενδιαφέρον των χρηστών (ιδίως νέων) απ’ ότι μια συζήτηση ή ένα βίντεο με φαινομενικά παραδοσιακό («ανιαρό») περιεχόμενο.
Όταν πρόκειται για πολιτικού περιεχομένου συζητήσεις στα ΜΚΔ, οι περισσότεροι άνθρωποι ακολουθούν -και αλληλεπιδρούν με- όσους τους μοιάζουν, όσους αντιλαμβάνονται ως ομο-ιδεάτες. Σταδιακά, οι αλγόριθμοι φροντίζουν να βλέπουν κυρίως περιεχόμενο που επιβεβαιώνει τις απόψεις τους. Ο αντίλογος είτε απουσιάζει είτε εμφανίζεται μόνο με τη μορφή καρικατούρας, που ενισχύει ακόμη περισσότερο την απόρριψη του «άλλου στρατοπέδου».
Φιλόσοφοι του 20ού αιώνα επεσήμαναν ότι το νόημα ενός κειμένου δεν ανήκει μόνο στον συγγραφέα. Διαμορφώνεται στη σχέση κειμένου και αναγνώστη. Στα ΜΚΔ, ο χρήστης δεν είναι απλός αναγνώστης, αλλά σχολιάζει, αναπαράγει, διασκευάζει, ειρωνεύεται, παρερμηνεύει. Έτσι συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία και αναπαραγωγή νοημάτων, συχνά ιδεολογικά προκατειλημμένων και παραποιημένων.
Κάθε χρήστης με μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες ακόλουθους μπορεί να επηρεάσει τον μικρό του κύκλο. Μέσα στους αλγοριθμικούς μηχανισμούς, αυτή η επιρροή μεγεθύνεται. Ο καθένας βιώνει μια μορφή μικρο-εξουσίας, που τον ενθαρρύνει να παίρνει όλο και πιο απόλυτες θέσεις για να ξεχωρίσει.
Μέσω αυτής ιδεολογικά φορτισμένης κοινωνικοποίησης, η επαφή του χρήστη-δημιουργού με το περιεχόμενο των χρηστών του «αντίπαλου στρατοπέδου» εκδηλώνεται ως πράξη πλήρους απόρριψης, εκλαμβάνοντάς το ως το περιεχόμενο ενός «άλλου κόσμου». Το αποτέλεσμα είναι μια έντονη ροπή προς ακραίες διατυπώσεις, ρητορική μίσους, συστηματική εξύβριση, απονομιμοποίηση κάθε διαφωνούντος. Αυτό, σε βάθος χρόνου, ακυρώνει τα άτυπα «κοινωνικά φρένα» όπως η στοιχειώδης ευγένεια, η ανάγκη για τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία και η αναγνώριση του δικαιώματος του «άλλου» να έχει διαφορετική άποψη.
Από Την Κοινωνική Δικτύωση Στην Κάλπη: Η Περίπτωση Trump
Η άνοδος και η πολιτική παρουσία του Donald Trump είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η λογική των ΜΚΔ μπορεί να αναδιαμορφώσει μια φιλελεύθερη δημοκρατία όπως οι ΗΠΑ. Ο Trump χρησιμοποίησε τα ΜΚΔ όχι απλώς για να παρακάμψει τα παραδοσιακά ΜΜΕ (τα οποία όντως των αντιμάχονταν έντονα και συχνά με έντονη προκατάληψη), αλλά για να ανασχηματίσει τα όρια του αποδεκτού δημόσιου λόγου. Προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, προσωπικές επιθέσεις, προσβολές εναντίον θεσμών, ακόμη και εμμέσως βίαιες αναφορές έγιναν καθημερινό θέαμα στο timeline εκατομμυρίων πολιτών. Η αμερικανική κοινωνία ήταν ήδη πολωμένη πριν ακόμα την 1η εκλογική του νίκη. Τα ΜΚΔ και η χρήση τους από τον Trump ενίσχυσαν αυτό που η έρευνα ονομάζει «συναισθηματική πόλωση»: δεν διαφωνούμε απλώς πολιτικά, αρχίζουμε να απεχθανόμαστε το αντίπαλο στρατόπεδο. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι όχι μόνο έχουν διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις, αλλά συχνά αντιλαμβάνονται «το άλλο» ως υπαρξιακή απειλή.
Η αμφισβήτηση της εκλογικής διαδικασίας το 2020 ξεκίνησε ως ψηφιακή αφήγηση νοθείας και «κλεμμένων εκλογών» και στην συνέχεια μεταφέρθηκε στον πραγματικό κόσμο με την εισβολή των οπαδών του Προέδρου Trump στο Καπιτώλιο. Εδώ βλέπουμε πώς ένα αφήγημα που διακινείται σε περιβάλλον έντονου διπολισμού μπορεί να υπονομεύσει τον ίδιο το θεσμό της ομαλής δημοκρατικής διαδοχής.
Όταν η μία κυβέρνηση υιοθετεί θέσεις στα άκρα ενός πολιτισμικού διπόλου (π.χ. σε ζητήματα οικογένειας, φύλου, σεξουαλικότητας, δικαιωμάτων κλπ), και η επόμενη κυβερνητική εναλλαγή ωθεί την πολιτική στο αντίθετο άκρο του ιδεολογικού φάσματος, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας βιώνουν υπαρξιακή απειλή. Π.χ. η συζήτηση για τη μετανάστευση εκλαμβάνεται από μεγάλη μερίδα πολιτών (τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη) ως υπαρξιακή απειλή. Το ερώτημα εδώ είναι πόσο βιώσιμη είναι η δημοκρατία αν μια τέτοια απότομη στροφή του εκκρεμούς από το ένα προς το άλλο άκρο συμβαίνει κάθε 4 χρόνια, δημιουργώντας σε κάθε περίπτωση συνθήκες υπαρξιακής απειλής για το εκάστοτε αντιπολιτευόμενο τμήμα της κοινωνίας; Μια παρατεταμένη εναλλαγή αυτού του είδους, η οποία αναπαράγεται μέσω της «φυγής των ψηφοφόρων προς τα άκρα», θα μπορούσε να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τη δημοκρατία, όπως εμφύλιος πόλεμος, στροφή στον απολυταρχισμό, ή και τα δύο.
Η περίπτωση Trump δεν είναι μοναδική, είναι όμως ενδεικτική για το πώς η δομή των ΜΚΔ μπορεί να «κουμπώσει» σε προϋπάρχουσες διαιρέσεις και να τις μετατρέψει σε απειλή για τη βιωσιμότητα της δημοκρατικής εναλλαγής στην εξουσία και του πολιτεύματος γενικότερα.
Η Ελληνοτουρκική Διαδικτυακή Αντιπαράθεση: Ένας «Πόλεμος» Χωρίς Πυροβολισμούς;
Στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, οι κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια έχουν επανειλημμένα εμπλακεί σε διελκυστίνδες έντασης. Έχουν όμως επίσης προσπαθήσει να αποφύγουν κλιμακώσεις που θα οδηγούσαν σε ένοπλη σύγκρουση, αναζητώντας κανάλια επικοινωνίας, διαλόγου, ακόμη και επιλεκτικής συνεργασίας. Χαρακτηριστικά, η ακραία ρητορική του Προέδρου Ερντογάν και η έντονη εκδήλωση του τουρκικού αναθεωρητισμού μέσω του τουρκολυβικού μνημονίου και του δόγματος της «γαλάζιας πατρίδας» κατά την περίοδο 2018-2023 έφερε τις δύο πλευρές κοντά στη σύγκρουση. Η ρητορική εκείνη επιθετικότητα διαμορφώθηκε ως αντίδραση στην ενεργειακή συνεργασία της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου και του Ισραήλ κατά τα χρόνια που προηγήθηκαν και εντάθηκε ως αποτέλεσμα των προεκλογικών αναγκών του Ερντογάν. Εν τούτοις, παρά την ένταση, τις αλλεπάλληλες κρίσεις του 2020 και τις μετέπειτα ενέργειες αμυντικής αναβάθμισης της Ελλάδας, η τουρκική κυβέρνηση «χρησιμοποίησε» τους σεισμούς του Φεβρουαρίου του 2023 ως «έξοδο διαφυγής» από τον φαύλο κύκλο της έντασης, δείχνοντας στην πράξη ότι δεν την ενδιέφερε ο πόλεμος αλλά ο πειθαναγκασμός της άλλης πλευράς μέσω μιας επικίνδυνης στρατηγικής κρημνοβασίας (brinkmanship).
Στον ψηφιακό όμως χώρο, μια παρόμοια πραγματικότητα διαμορφώνεται καθημερινά, χωρίς όμως «βαλβίδες αποσυμπίεσης». Τrolls τα οποία χρησιμοποιούν επιθετική ρητορική και από τις δύο πλευρές, αναπαράγουν την διαχρονική ένταση στις διμερείς σχέσεις και, σε μεγάλο βαθμό, την κλιμακώνουν. Κάθε επεισόδιο, πραγματικό ή παραποιημένο, γίνεται αφορμή για καταιγισμό μηνυμάτων μίσους. Αυτός ο «ψηφιακός πόλεμος» μπορεί να φαίνεται ακίνδυνος, επειδή περιορίζεται στις οθόνες και τα πληκτρολόγια. Στην πραγματικότητα όμως διαμορφώνει τις προσδοκίες και την ψυχολογία σημαντικών τμημάτων του εκλογικού σώματος, τροφοδοτεί την πίεση προς τις κυβερνήσεις να επιλέγουν πιο σκληρές στάσεις και περιορίζει τα περιθώρια συμβιβασμού, καθώς κάθε κίνηση αποκλιμάκωσης μπορεί να εμφανιστεί ως «υποχώρηση» ή «προδοσία». Σε τελική ανάλυση, τείνουν να περιορίζουν τον ορθολογισμό που υπαγορεύει την αποφυγή της σύγκρουσης, ταυτίζοντάς τον με την «λευκή σημαία» της «παράδοσης στον εχθρό», την έλλειψη «αξιοπρέπειας» και άλλες, παρόμοιου τύπου συναισθηματικές εκδηλώσεις. Ιδιαίτερα στην ελληνική πλευρά, ο θουκυδίδειος ρεαλισμός τείνει να υποκαθίσταται από μια μορφή επιθετικού ρεβανσισμού ως βασική αρχή πολιτικής σκέψης, επειδή οι φορείς αυτών των ακραίων αντιλήψεων τον ταυτίζουν με την ξενοκίνητη υποχωρητικότητα η οποία κατά τις προηγούμενες δεκαετίες επέφερε σημαντικό κόστος για την ελληνική εξωτερική πολιτική.
Ως γνωστόν, οι προσδοκίες των πολιτών σχετικά με το τι είναι «ανεκτό» επηρεάζουν τις πολιτικές στάσεις και τις κυβερνητικές αποφάσεις. Όταν η κοινή γνώμη έχει εθιστεί σε ένα περιβάλλον ψηφιακού μίσους, απολυτοποιημένων διπόλων και φαντασιακών σεναρίων σύγκρουσης, η απόσταση ανάμεσα στον διαδικτυακό και τον πραγματικό πόλεμο μικραίνει.
Ο Κυπριακός Δημόσιος Διάλογος Και Η Αντισυστημική «Τιμωρητική» Ψήφος
Η Κύπρος προσφέρει άλλο ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα για το πώς τα δίπολα των ΜΚΔ μπορούν να διαμορφώσουν τα μέτρα και σταθμά του πολιτικού ορθολογισμού. Η εκλογή το 2024 ως ευρωβουλευτή (με ποσοστό κοντά στο 20% επί του συνόλου των ψηφισάντων) ενός προσώπου χωρίς αντίστοιχα τυπικά προσόντα, με βασικό εφόδιο την ιδιότητά του ως influencer και την ισχυρή του παρουσία στα ΜΚΔ, δεν ήταν απλώς ένα «ατύχημα». Αποτύπωσε τη βαθιά απογοήτευση πολλών πολιτών με το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, την εδραίωση ενός έντονου διπόλου «συστημική ψήφος» vs «αντισυστημική ψήφος», αλλά και την πεποίθηση ότι η «τιμωρητική» επιλογή απέναντι στα «κόμματα του κατεστημένου» είναι από μόνη της πολιτική πράξη.
Στα ΜΚΔ, αυτό το δίπολο ενισχύεται συνεχώς: ο «συστημικός» ταυτίζεται με τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, το «παλιό». Ο «αντισυστημικός» παρουσιάζεται, συχνά ως αυθεντική φωνή του λαού, ακόμη και όταν δεν προτείνει συνεκτικό πολιτικό σχέδιο ή επαρκή πολιτική οργάνωση. Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή υπονόμευση των κριτηρίων με τα οποία αξιολογούνται οι πολιτικοί ρόλοι. Στην πράξη, μετατοπίζεται το βάρος από την ικανότητα, τη γνώση και τη σοβαρότητα (οι οποίες είχαν όντως σε μεγάλο βαθμό εκφυλιστεί από τα «παραδοσιακά πολιτικά κόμματα») στην ικανότητα «να γκρεμίσεις», να προκαλείς, να γίνεσαι viral.
Αυτό δεν είναι απλώς κυπριακό ή ελληνικό φαινόμενο, είναι ευρύτερη τάση στις δυτικές δημοκρατίες. Στον βαθμό όμως που η κυπριακή κοινωνία απορροφά τα διπολικά αφηγήματα των ΜΚΔ και ενστερνίζεται «αντισυστημικές αντιλήψεις» ως διέξοδος ή μορφή εκδίκησης του «συστήματος», η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και η ωριμότητα των πολιτικών επιλογών κινδυνεύει να διαβρωθεί ακόμη περισσότερο. Οι κοινωνίες που αναπτύσσουν την αυταπάτη ότι έχουν «δει τον πάτο του βαρελιού» συχνά προβαίνουν σε επιλογές ριζικής διαφοροποίησης από το παρελθόν, οι οποίες όμως οδηγούν σε μεγαλύτερες καταστροφές, όπως αποδεικνύει η πρόσκαιρη αλλά καταστροφική ταύτιση του γερμανικού λαού με τον ναζισμό του Χίτλερ.
Η «Φυγή Προς Τα Άκρα» Και Το Πιθανό Κόστος
Η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες δεν χρειάζονται απαραιτήτως τα ΜΚΔ για να οδηγηθούν στον ιδεολογικό εκφυλισμό και στη σύγκρουση. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, για παράδειγμα, ξέσπασε σε ένα περιβάλλον όπου οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είχαν εσωτερικεύσει στερεοτυπικές αντιλήψεις περί πατριωτικού καθήκοντος και πίστευαν σε επιθετικά δόγματα κατά των αντιπάλων τους. Τα ΜΚΔ δεν εισάγουν το φαινόμενο του ιδεολογικού διπολισμού στην ιστορία. Το μεταφέρουν όμως σε μια νέα κλίμακα ταχύτητας, έντασης και διασύνδεσης. Οι διχαστικές αφηγήσεις διασπείρονται σε παγκόσμια κλίμακα μέσα σε λίγα λεπτά. Πρακτικές ρητορικής μίσους που κάποτε περιορίζονταν σε περιθωριακούς κύκλους, τώρα αποκτούν εκατομμύρια προβολές. Οι πολίτες ζουν σε διαρκή κατάσταση συναισθηματικού συναγερμού, νιώθοντας ότι βρίσκονται σε μόνιμο αγώνα επιβίωσης απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς «εχθρούς».
Σε αυτό το πλαίσιο αυξάνει η ανοχή σε αυταρχικές ή αποσταθεροποιητικές πρακτικές στο όνομα της «προστασίας» της πατρίδας ή των παραδοσιακών αξιών, ενώ η συναίνεση στη βία, εσωτερική ή εξωτερική, μπορεί να γίνει ευκολότερη όταν το άλλο στρατόπεδο παρουσιάζεται ως υπαρξιακά επικίνδυνο. Οι δημοκρατικοί θεσμοί και οι θεμελιώδεις ελευθερίες καθίστανται διαπραγματεύσιμα αγαθά, εφόσον θεωρείται ότι «εμποδίζουν» την αντιμετώπιση της απειλής. Ως εκ τούτου, ένας παρατεταμένος κύκλος «φυγής προς τα άκρα», όπου οι κυβερνήσεις ωθούνται συνεχώς από πολωμένα εκλογικά σώματα να επιλέγουν όλο και πιο ακραίες θέσεις σε κάθε δίπολο, μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα σενάρια, όπως εμφύλιο διχασμό στο εσωτερικό και σύγκρουση ή απαξίωση της ειρήνης προς τα έξω.
Είναι εύκολο να κατηγορήσουμε τα ΜΚΔ για όλα. Είναι επίσης εύκολο να δείχνουμε το δάχτυλο στα κόμματα και τους πολιτικούς ή τα συμβατικά ΜΜΕ. Ασφαλώς και αυτοί οι παράγοντες έχουν σοβαρές ευθύνες. Οι πλατφόρμες ΜΚΔ όμως σχεδιάζουν αλγορίθμους που μεγιστοποιούν την αναπαραγωγή στερεοτύπων, όχι την ποιότητα του διαλόγου. Ταυτόχρονα, πολιτικοί και κόμματα εκμεταλλεύονται συνειδητά τις διαιρέσεις, γιατί γνωρίζουν ότι ο διπολικός λόγος ενεργοποιεί ταυτότητες, παθιάζει και κινητοποιεί. Παρόλα αυτά, στο σημερινό, μετα-μοντέρνο μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας, υπάρχει ένα σημείο όπου η ευθύνη είναι άμεση και προσωπική: η συμπεριφορά του κάθε χρήστη. Το πρόβλημα ξεκίνησε ως κρίση εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά πολιτικά συστήματα, αλλά έχει σε μεγάλο βαθμό μετεξελιχθεί ως κρίση νοοτροπιών στο επίπεδο του πολίτη. Οι κυβερνήσεις και τα κόμματα προσαρμόζονται σταδιακά σε ένα εκλογικό σώμα που σκέφτεται και επικοινωνεί σχεδόν αποκλειστικά μέσα από διπολικά σχήματα.
Υπάρχει Διέξοδος Από Τα Δίπολα;
Αν η «φυγή προς τα άκρα» όντως δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη και απειλεί τα θεμέλια των δημοκρατικών κοινωνιών και της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, τότε το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον μπορούμε να μεταβούμε από μια «πρώτη εποχή» κοινωνικής ανωριμότητας των ΜΚΔ σε μια Β’ φάση μεγαλύτερης ωριμότητας. Δεν υπάρχει μαγική πολιτική λύση. Υπάρχει όμως μια ατομική και συλλογική στάση που θα μπορούσε σταδιακά να επηρεάσει την «κανονικότητα» αρκετών χρηστών των ΜΚΔ. Η στάση αυτή προϋποθέτει ένα νέο μοντέλο συμμετοχής στα κοινωνικά δίκτυα, το οποίο υπακούει στην αρχή «σπάζω το δίπολο προτάσσοντας μετριοπάθεια». Τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τον πολίτη–χρήστη; Πρωτίστως συνειδητοποίηση του ρόλου του. Να βλέπει τον εαυτό μου όχι ως παθητικό δέκτη, αλλά ως μικρό πολιτικό παίχτη. Κάθε σχόλιο, κάθε share, κάθε ειρωνικό meme είτε ενισχύει είτε αποδυναμώνει ένα διπολικό αφήγημα και επηρεάζει την πολιτική διαχείριση των δημοσίων ζητημάτων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντική η αποφυγή απόλυτων γενικεύσεων τύπου «όλοι οι… είναι προδότες/φασίστες/βλάκες». Οι απόλυτες κατηγοριοποιήσεις είναι το καύσιμο των διπόλων. Το κάθε επιχείρημα θα πρέπει να αξιολογείται με βάση την αρχική ιδέα από την οποία εκκινεί. Συχνά, ακόμη και τα πιο ακραία επιχειρήματα εκκινούν από μια καλή ιδέα η οποία εκφυλίζεται στην πορεία της κοινωνικής της χρήσης. Σκεφτείτε να μπορούσαμε να κρατάμε το απόσταγμα της κάθε άποψης και να προβαίνουμε σε συνθέσεις καλών ιδεών, αντί της εγωιστικής μας περιδίνησης στη βάση της δήθεν «σωστής άποψης» απέναντι στην δήθεν «λάθος άποψη».
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τον κάθε χρήστη είναι η ενσυνείδητη εισαγωγή γκρίζων ζωνών. Σε μια συζήτηση «φιλοϊσραηλινός vs φιλοπαλαιστίνιος», να αναγνωρίζω τις ανησυχίες, την ανθρώπινη αξία και τα δικαιώματα και των δύο πλευρών. Σε συζητήσεις για φύλο και οικογένεια, να θυμάμαι ότι πίσω από τις ταυτότητες υπάρχουν άνθρωποι με υπαρξιακές ανησυχίες, φόβους και προσδοκίες. Όταν προκύπτουν συζητήσεις οι οποίες κατατείνουν σε δίπολα, καλό είναι ο χρήστης να προσπαθεί να «εμβολιάζει» τη διελκυστίνδα με ερωτήσεις και επιχειρήματα, όχι μόνο με συνθήματα. Αντί να απαντά βάζοντας μια ταμπέλα στον «αντίπαλο», να θέτει ερωτήσεις, να ζητά πηγές, να παραδέχεται όταν κάτι δεν το γνωρίζει επαρκώς, να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν λανθασμένες εκτιμήσεις και στις δύο «πλευρές». Με άλλα λόγια, να προσπαθεί να καθοδηγήσει τη συζήτηση προς τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, αντί να την τρέπει προς τα άκρα. Επειδή όμως η εξομάλυνση μιας οξείας διπολικής συζήτησης δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, όταν βλέπει ότι μια συζήτηση έχει εξελιχθεί σε ανταλλαγή ύβρεων και μίσους, να επιλέγει συνειδητά να μην συμμετέχει και, κατά προτίμηση, να γνωστοποιεί το λόγο της αποχώρησής του χωρίς να προσπαθεί να υποβαθμίσει τους υπόλοιπους συμμετέχοντες. Η μη συμμετοχή είναι κι αυτή πολιτική στάση, όταν στόχος είναι η μη τροφοδότηση της τοξικότητας.
Είναι, τέλος, σημαντικό ο χρήστης να συνειδητοποιεί τη διαφοροποίηση μεταξύ συμμετρικών και ασύμμετρων διπόλων. Να αναγνωρίζει ότι σε ορισμένα θέματα δεν έχουμε δύο εξίσου θεμιτές απόψεις, αλλά σύγκρουση μεταξύ τεκμηριωμένης γνώσης και παραπληροφόρησης. Υπάρχουν φυσικά και διεκλυστίνδες μεταξύ τεκμηριωμένων ή μεταξύ παραπληφοροημένων απόψεων. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα δεν δικαιολογεί την απανθρωποποίηση του «άλλου». Δικαιολογείται όμως η υπεράσπιση των τεκμηριωμένων απόψεων με νηφάλια, ευγενική και σταθερή επιχειρηματολογία.
Η μετάβαση των ΜΚΔ από εργαλείο αποδόμησης και καταστροφής σε εργαλείο ενίσχυσης της δημοκρατίας και της σταθερότητας δεν θα γίνει από μόνη της. Θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πόσοι χρήστες είναι διατεθειμένοι (και μπορούν) να δουν τον εαυτό τους ως μέρος του προβλήματος, αλλά και ως μέρος της λύσης.
Από Τον «Πόλεμο Όλων Εναντίον Όλων» Στην Φάση Της Ωρίμανσης
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέδειξαν, ίσως για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα, τη φωνή του κάθε πολίτη. Αυτή η κατάκτηση δεν είναι αμελητέα. Ταυτόχρονα, η δομή τους, όπως λειτουργεί σήμερα, ενισχύει επικίνδυνα την τάση προς ιδεολογικά δίπολα και τη «φυγή προς τα άκρα».
Αν συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε και να δρούμε πολιτικά μέσα σε ένα πλαίσιο «εγώ έχω πάντα δίκιο και ο άλλος έχει πάντα άδικο», η τάση προς τον αυταρχισμό, την εσωτερική σύγκρουση και τη διεθνή αστάθεια θα αυξηθεί. Η ελπίδα βρίσκεται σε μια νέα κουλτούρα χρήσης των ΜΚΔ, όπου ο πολίτης–χρήστης επιλέγει συνειδητά να σπάει τα δίπολα και να λειτουργεί ως φορέας μετριοπάθειας και δημοκρατικής ανθεκτικότητας. Όχι να απεμπολεί βαθιά θεμελιωμένες αρχές, όπως η συλλογική ταυτότητα, ή το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό και τη διαφορετικότητα, αλλά να τις προάγει μέσα σε ένα πλαίσιο σεβασμού, ώριμης ανταλλαγής και ώσμωσης ιδεών. Αν αυτή η κουλτούρα ριζώσει, τα ΜΚΔ μπορούν να μετατραπούν από εργαλείο κλιμάκωσης του πάσης φύσεως διχασμού σε μέσο ενδυνάμωσης της δημοκρατίας και της σταθερότητας. Αν όχι, τότε η τρέχουσα ροπή προς την αποδόμηση του «άλλου» θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες καταστροφές από αυτές που ήδη βιώνουμε. Το κατά πόσον θα συμβεί το ένα ή το άλλο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που θα αξιοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι, εδώ και τώρα, την επόμενη μας ανάρτηση.
