Το Η.Β. Άνοιξε Τις Βάσεις Του Στις Ηπα Κατά Του Ιράν Με Φόντο Τα Στενά Ορμούζ – Σοβαρές Επιπτώσεις Για Κύπρο
Το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι ενέκρινε τη χρήση στρατιωτικών βάσεών του από τις Ηνωμένες Πολιτείες για επιθέσεις εναντίον ιρανικών στόχων, οι οποίες συνδέονται με τις απειλές κατά των Στενών του Ορμούζ. Η απόφαση αυτή θεωρείται ένδειξη σημαντικής διεύρυνσης του ρόλου που αναλαμβάνει το Λονδίνο στη σύγκρουση ΗΠΑ–Ισραήλ–Ιράν.
Στο πλαίσιο απόφασης που ελήφθη σε υπουργικό επίπεδο, επεκτάθηκαν οι όροι υπό τους οποίους οι αμερικανικές δυνάμεις μπορούν να χρησιμοποιούν τη βάση RAF Fairford στο Γκλόστερσαϊρ, καθώς και τη στρατιωτική εγκατάσταση στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον Ινδικό Ωκεανό. Μέχρι πρότινος, η χρήση αυτών των δύο βάσεων επιτρεπόταν μόνο για «αμυντικές» επιχειρήσεις, με στόχο πυραυλικές υποδομές που απειλούσαν προσωπικό του Ηνωμένου Βασιλείου και συμμάχους στην περιοχή.
Η Ντάουνινγκ Στριτ υποστήριξε ότι δεν έχει αλλάξει η βασική αρχή της στάσης του Ηνωμένου Βασιλείου απέναντι στη σύγκρουση και ξεκαθάρισε ότι οι ένοπλες δυνάμεις του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα συμμετάσχουν άμεσα στα πλήγματα. Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, η διευρυμένη άδεια αφορά «αμερικανικές αμυντικές επιχειρήσεις» που στοχεύουν δυνατότητες οι οποίες χρησιμοποιούνται σε επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Οι υπουργοί τόνισαν επίσης την ανάγκη για άμεση αποκλιμάκωση και ταχεία λήξη του πολέμου.
Ωστόσο, η απόφαση ερμηνεύεται ως σαφής υπαναχώρηση από την αρχική θέση της κυβέρνησης μετά την έναρξη των συγκρούσεων, στις 28 Φεβρουαρίου. Τότε, ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ δεν είχε επιτρέψει τη χρήση βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου για επιθετικές επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη χρονική συγκυρία της ανακοίνωσης. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε εξαπολύσει σφοδρή κριτική κατά των συμμάχων στο ΝΑΤΟ, κατηγορώντας τους ότι δεν στηρίζουν επαρκώς την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Είχε μάλιστα στοχοποιήσει ειδικά το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλώνοντας ότι ο Κιρ Στάρμερ «δεν είναι Ουίνστον Τσόρτσιλ» και ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ανταποκρίνεται πλέον στις προσδοκίες που κάποτε το χαρακτήριζαν ως «Rolls-Royce των συμμάχων». Για τη νέα απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Τραμπ σχολίασε ότι ήρθε «πολύ αργά», προσθέτοντας πως «θα έπρεπε να είχαν κινηθεί ταχύτερα».
Η αντίδραση της Τεχεράνης ήταν άμεση. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε ότι η άδεια χρήσης βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου σε επιθέσεις κατά του Ιράν θέτει σε κίνδυνο τις ζωές πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι το Ιράν θα ασκήσει το «νόμιμο δικαίωμα αυτοάμυνας». Η ιρανική ηγεσία είχε ήδη χαρακτηρίσει ακόμη και την περιορισμένη χρήση βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου ως «συμμετοχή στην επιθετικότητα».
Στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου, η απόφαση προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις. Η αρχηγός των Συντηρητικών, Κέμι Μπέιντενοχ, έκανε λόγο για «τη μητέρα όλων των πολιτικών αναστροφών», ενώ οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι «παρασύρεται ολοένα και περισσότερο στην ολισθηρή πορεία του Τραμπ». Το κόμμα ζήτησε να τεθεί η συμφωνία σε ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο, αίτημα με το οποίο συντάχθηκαν και οι Πράσινοι, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «ανησυχητική νέα κλιμάκωση».
Η Διάσταση Της Κύπρου: Σε Αυξημένο Κίνδυνο Οι Κυρίαρχες Βάσεις;
Αν και στην ανακοίνωση του Ηνωμένου Βασιλείου γίνεται ρητή αναφορά μόνο στις βάσεις RAF Fairford και Ντιέγκο Γκαρσία, η απόφαση εγείρει σοβαρά ερωτήματα και για την Κύπρο. Το νησί φιλοξενεί δύο Κυρίαρχες Βάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου: το Ακρωτήρι (Δυτική Κυρίαρχη Βάση) και τη Δεκέλεια (Ανατολική Κυρίαρχη Βάση), οι οποίες συνολικά καλύπτουν περίπου το 3% του κυπριακού εδάφους.
Οι βάσεις αυτές διαδραματίζουν εδώ και δεκαετίες κρίσιμο ρόλο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και των συμμάχων του στη Μέση Ανατολή. Από τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003 έως τις επιχειρήσεις κατά του ISIS την περίοδο 2014–2018, έχουν χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα ως βασικά επιχειρησιακά σημεία. Ιδιαίτερα η RAF Akrotiri θεωρείται κομβική λόγω των δυνατοτήτων συλλογής πληροφοριών και της στρατηγικής της θέσης για αεροπορικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παρότι οι Κυρίαρχες Βάσεις στην Κύπρο δεν κατονομάζονται στην ανακοίνωση της Παρασκευής, η διεύρυνση των όρων χρήσης των βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου από τις αμερικανικές δυνάμεις καθιστά την Κύπρο αναπόφευκτα πιο ευάλωτη. Το νησί βρίσκεται σε απόσταση περίπου 300 χιλιομέτρων από τις ακτές της Συρίας και του Λιβάνου και εντός της επιχειρησιακής εμβέλειας ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων cruise. Επιπλέον, η μέχρι τώρα στάση της Τεχεράνης δείχνει πρόθεση να πλήξει στόχους στην περιοχή, ενώ η ιρανική θέση ότι κάθε χρήση βάσης του Ηνωμένου Βασιλείου συνιστά «συμμετοχή στην επιθετικότητα» υποδηλώνει ότι δεν γίνεται διάκριση μεταξύ βάσεων στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου και βάσεων σε υπερπόντιες κυρίαρχες περιοχές.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σκηνικό. Η Λευκωσία δεν ασκεί έλεγχο στις Κυρίαρχες Βάσεις, ούτε διαθέτει επίσημο λόγο ως προς τη χρήση τους ή τον επιχειρησιακό τους ρόλο. Παρ’ όλα αυτά, οι συνέπειες μιας πιθανής στρατιωτικής κλιμάκωσης, στην οποία θα εμπλέκονταν οι βάσεις, θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα τον άμαχο πληθυσμό, την οικονομία, τον τουρισμό και τη διπλωματική θέση της χώρας στην περιοχή.
Ο κίνδυνος η Κύπρος να βρεθεί έμμεσα στο στόχαστρο εξαιτίας εδαφικών ρυθμίσεων που κληρονόμησε από την αποικιοκρατική περίοδο και επί των οποίων δεν ασκεί πλήρη κυριαρχία αποτελεί ίσως τη σοβαρότερη πτυχή του ζητήματος. Αν και το θέμα των Κυρίαρχων Βάσεων επανέρχεται κατά καιρούς στον δημόσιο διάλογο, σπάνια έχει τεθεί με τόσο άμεσους όρους εθνικής ασφάλειας.
Καθώς η σύγκρουση εισέρχεται στην τέταρτη εβδομάδα της, με τις τιμές του πετρελαίου να κινούνται γύρω στα 109 δολάρια το βαρέλι και περίπου 20.000 ναυτικούς να παραμένουν εγκλωβισμένοι στον Κόλπο, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι οι επιπτώσεις της κρίσης ξεπερνούν πλέον κατά πολύ τα Στενά του Ορμούζ. Για ένα μικρό νησιωτικό κράτος της Ανατολικής Μεσογείου, ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό ενδεχόμενο, αλλά μια εξελισσόμενη πρόκληση με άμεση διάσταση εθνικής ασφάλειας.
